Επιμέλεια: Φρόσω Μπενετή, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας [Συνθετική Ψυχοενεργειακή / Συνθετική Παιγνιόδραση]


Η παρατήρηση της ζωής και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μπορεί να θεωρηθεί το σημείο εκκίνησης για την τέχνη. Αν εξετάσουμε το σύστημα
Stanislavski, το οποίο θεωρείται η επιστήμη της Υποκριτικής Τέχνης και βάση της Υποκριτικής παιδείας, θα ανακαλύψουμε πως οι δυνατότητες της μεθόδου προέρχονται από το γεγονός, ότι κανείς δεν την έχει φτιάξει ή ανακαλύψει.

Βασίζεται στους φυσικούς νόμους και αποτελεί μέρος απ’ τη βαθύτερη φύση μας. Η γέννηση ενός παιδιού ή η ανάπτυξη ενός δέντρου και η δημιουργία ενός καλλιτεχνήματος δεν διαφέρουν πολύ. Ο Konstantin Stanislavski (1863-1938) έλεγε πως δεν είναι δυνατόν να εφευρεθεί σύστημα γιατί γεννιόμαστε μ’ αυτό μέσα μας, με μια έμφυτη ικανότητα για δημιουργία.

Εφόσον η δημιουργία αποτελεί φυσική ανάγκη, φαίνεται λοιπόν βέβαιο, πως δε θα μπορέσουμε να την εκφράσουμε παρά μόνο σύμφωνα με μια φυσική μέθοδο. Και ενώ στην καθημερινότητά μας λειτουργούμε ως ενιαίες οντότητες, δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε και να βάλουμε σε λειτουργία τα μεμονωμένα κομμάτια μας, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να υπάρξουν μόνα τους, στην τέχνη του θεάτρου, είναι απαραίτητο να κάνουμε αυτή την εργασία. Γιατί αυτά τα κομμάτια, στη σκηνή χωρίζονται, ξεκόβονται το ένα απ’ το άλλο πολύ εύκολα και είναι πολύ δύσκολο να τα επανασυνδέσουμε. Για αυτή την εργασία χρειάζεται επίγνωση του κάθε ξεχωριστού μέρους. Αυτή η επίγνωση έρχεται με την παρατήρηση και με την επικέντρωση στη στιγμή. Όλα τα στοιχεία που προετοιμάσαμε χωριστά, χρειάζεται να τραβήξουμε μία ευθεία γραμμή και να τα ενώσουμε.

Στην πραγματική ζωή, έξω απ’ τη σκηνή, αυτό γίνεται εντελώς φυσικά και χωρίς να έχουμε ιδέα πως πρόκειται για χωριστά στοιχεία. Σε μια θεατρική συνθήκη όμως, αυτό πρέπει να γίνει με επίγνωση, ακριβώς γιατί επειδή «αναγκαζόμαστε να δημιουργήσουμε μπροστά σε κόσμο» (Stanislavski). Καθώς τότε, χάνουμε το φυσικό μας χάρισμα και αρχίζουμε να παίζουμε μη φυσικά, διαστρεβλωμένα. Γι’ αυτό η μέθοδος Stanislavski επαναστάτησε με όλη της τη δύναμη, υποστηρίζοντας πως «ο κύριος παράγοντας σε κάθε μορφή δημιουργικής διαδικασίας είναι η ζωή του ανθρώπινου πνεύματος, του πνεύματος του ηθοποιού και του ρόλου του, τα αισθήματά του κι η υποσυνείδητη δημιουργία ενωμένα».

Κάθε μορφή τέχνης αποτελεί την εικόνα ενός προορισμού, υποδεικνύει προς τα πού έχουμε την ανάγκη να πάμε. Ωστόσο, συνήθως παρέχει ελάχιστες ενδείξεις για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε για να φτάσουμε έως εκεί.

Μιλώντας για τη επίδραση της τέχνης στη ζωή μας, ο Alain de Botton (1969 -) έδωσε το στίγμα του λέγοντας πως «Η απόλυτη φιλοδοξία της εμπλοκής μας με την τέχνη είναι να βρούμε τρόπους ώστε να εφαρμόσουμε τις αξίες της στον κόσμο».

Η λειτουργία της τέχνης έγκειται στο να μπορεί να συλλαμβάνει όλα τα πεδία του ανθρώπινου συστήματος (σώμα – συναίσθημα – νους – ψυχή) και να καταστήσει ικανό το εγώ να ταυτίζεται με το εμείς. Παρόλο που η ουσιαστική λειτουργία της τέχνης έγκειται στη διαφώτιση και στην παρότρυνση για δράση, είναι αδύνατον να λειτουργήσει χωρίς μια δόση μυστηρίου και μαγείας, καθώς χωρίς αυτά, η τέχνη θα έπαυε να είναι τέχνη. Γι’ αυτό και συχνά την αντιμετωπίζουμε ως μαγικό αντικείμενο, που από μόνο του θα θεραπεύσει τα αντίθετα μέσα μας, την μοναξιά, την ανισορροπία, τον πόνο, τη σύγχυση.

Πέρα απ’ την κάθε τεχνική που εμπεριέχεται σε κάθε είδος τέχνης, η τέχνη έχει κάποια σχέση με τη μαγεία. Μια μαγεία, απαραίτητη, ώστε καθένας από μας να είναι σε θέση να μπορεί να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο και να προσθέσει σ’ αυτόν τον απέραντο καμβά, τη δική του, προσωπική πινελιά.


Βιβλιογραφία
:

Πλάθοντας ένα ρόλο, K. Stanislavski. Μτφρ.: Άγγελος Νίκας, Εκδ. Γκόνης
Η τέχνη σαν θεραπεία (Art as therapy), Alain de Botton, John Armstrong. Μτφρ.: Α. Καλοκύρης, Εκδ. Πατάκης