Συγγραφή : Θεοδώρα Ζαφειροπούλου, Καθηγήτρια χορού – Μουσικός [Συνθετική Παιγνιόδραση]

Στην καθημερινή μας επικοινωνία, οι λέξεις κρίση, κριτική και επίκριση συχνά συγχέονται. Κι όμως, η καθεμία φέρει μια διαφορετική ποιότητα, έναν διαφορετικό τρόπο στάσης απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους.

Η κρίση, στην ουσία της, συνδέεται με τη διάκριση. Με την ικανότητα να βλέπουμε, να παρατηρούμε και να αναγνωρίζουμε αυτό που υπάρχει. Είναι μια εσωτερική λειτουργία που μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε, να κατανοούμε και να επιλέγουμε. Όταν η κρίση λειτουργεί καθαρά, δεν βαραίνει, δεν περιορίζει. Απλώς φωτίζει.

Η κριτική, ως συνέχεια αυτής της διαδικασίας, αφορά την έκφραση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρουμε μια σκέψη, μια παρατήρηση, μια αξιολόγηση προς τα έξω. Μπορεί να γίνει εργαλείο εξέλιξης, όταν συνοδεύεται από σαφήνεια, σεβασμό και πρόθεση κατανόησης. Τότε δεν πληγώνει, αλλά ανοίγει χώρο για βελτίωση και συνειδητοποίηση.

Η επίκριση, από την άλλη, μετακινείται σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Δεν στέκεται μόνο στο γεγονός ή στη συμπεριφορά, αλλά συχνά αγγίζει το πρόσωπο. Φέρει μέσα της ένταση, σύγκριση, και μια ανάγκη να τονιστεί το λάθος. Σε αυτή τη μορφή, ο λόγος χάνει τη λειτουργικότητά του και γίνεται βαρύς, απομακρύνοντας αντί να συνδέει.

Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις τρεις έννοιες δεν βρίσκεται μόνο στις λέξεις, αλλά κυρίως στην πρόθεση και στην εσωτερική θέση και διάθεση. Ο ίδιος λόγος μπορεί να γίνει γέφυρα ή να γίνει απόσταση, ανάλογα με το πώς και από πού εκφέρεται.

Στις ανθρώπινες σχέσεις, αυτή η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η καθαρή κρίση επιτρέπει να βλέπουμε με ακρίβεια. Η ουσιαστική κριτική βοηθά να επικοινωνούμε με αλήθεια. Η επίκριση, όταν κυριαρχεί, περιορίζει την έκφραση και δυσκολεύει τη σύνδεση.

Η καλλιέργεια της επίγνωσης γύρω από αυτές τις έννοιες ανοίγει έναν διαφορετικό τρόπο σχετίζεσθαι. Έναν τρόπο όπου ο λόγος μπορεί να παραμείνει αληθινός, χωρίς να γίνεται σκληρός. Όπου η παρατήρηση μπορεί να οδηγεί σε κατανόηση και όχι σε απόσταση.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται μια ουσιαστική μετατόπιση. Στην ικανότητα να διακρίνουμε πότε φωτίζουμε και πότε βαραίνουμε. Πότε ο λόγος μας δημιουργεί χώρο και πότε τον περιορίζει.